λαγκάδι

λαγκάδι
το , λαγκάδιά η лощина; лесистая долина (в горах); лесистое ущелье

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "λαγκάδι" в других словарях:

  • λαγκάδι — Ονομασία τριών οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 230 μ., 51 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βάλτου του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται σχεδόν στο μέσο του νομού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Στράτου. Μέχρι το 1971 ονομαζόταν Λαγκάδα Ράχης. 2.… …   Dictionary of Greek

  • λαγκάδι — το ιού, στενή κοιλάδα με δέντρα, ρεματιά: Τον έψαχναν σε βουνά και σε λαγκάδια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λαγκαδίζω — [λαγκάδι] (για τόπο) σχηματίζω λαγκάδι, κάνω λαγκαδιά …   Dictionary of Greek

  • λαγκαδιά — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 610 μ., 89 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αλμωπίας του νομού Πέλλης. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του νομού, 64 χλμ. ΒΑ της Έδεσσας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Εξαπλατάνου. Μέχρι το 1928… …   Dictionary of Greek

  • Verwaltungsgliederung der Gemeinde Agrinio — Die griechische Gemeinde Agrinio gliedert sich seit der Verwaltungsreform 2010 in zehn Gemeindebezirke (die den Gemeinden bis 2010 entsprechen), diese wiederum gliedern sich in 50 Ortschaften (die mit den Gemeinden vor der Gemeindereform 1997… …   Deutsch Wikipedia

  • αρνησιά — η [αρνούμαι] 1. ο τόπος όπου οι νεκροί απαρνιούνται, λησμονούν τους ζωντανούς («με πάει στης άρνης τα βουνά, στης αρνησιάς τους κάμπους», μοιρολ.) 2. η λησμονιά, η λήθη («να πιω νερό της αρνησιάς στης άρνας το λαγκάδι», Παλαμάς) …   Dictionary of Greek

  • λαγγάδι — το βλ. λαγκάδι …   Dictionary of Greek

  • λαγκάδα — Ονομασία δεκατριών οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 350 μ., 122 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βάλτου του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μενιδίου. Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 …   Dictionary of Greek

  • λαγκαδάκι — το μικρό λαγκάδι …   Dictionary of Greek

  • λεπτός — ή, ό (AM λεπτός, ή, όν) 1. αυτός που δεν έχει πάχος ή όγκο, φτενός, αραιός στη σύσταση, σε αντιδιαστολή με τον παχύ (α. «λεπτό ύφασμα» β. «λεπτόν τε πέπλον», Ευρ.) 2. αδύνατος, ισχνός, λιπόσαρκος (α. «μετά τη δίαιτα έγινε πολύ λεπτός» β. «ψῡχος… …   Dictionary of Greek

  • Χουμνικό — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 150 μ.), στην πρώην επαρχία Βισαλτίας, του νομού Σερρών. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (55 τ. χλμ.), στον οποίο ανήκει και το Λαγκάδι (υψόμ. 410 μ.) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»